« Αγαπημένε μου άγιε, φέτος ήμουν καλό παιδί, διάβαζα τα μαθήματα μου και άκουγα τους γονείς μου…..». Εμείς και ο Άγιος Βασίλης! Ίσως η πιο ειλικρινής σχέση που είχαμε ποτέ στη ζωή μας.....
Ένα γράμμα εξομολόγησης που ακόμα και αν δεν έλεγε όλες τις αλήθειες, τουλάχιστον δεν έλεγε ξεδιάντροπα ψέματα. Ένα γράμμα που πάντα θυμόσουν να ζητήσεις ένα δώρο για τον αδελφό σου, που πριν λίγο παίζατε πόλεμο με τις κόκκινες, γεμάτες χρυσόσκονη μπάλες του δέντρου, ένα γράμμα που μας ένωνε με κάτι μαγικό. Και όταν ο Άγιος Βασίλης χάθηκε, τότε φρόντισαν όλοι οι καλοθελητές να μας τον φέρουν πίσω. Έτσι λοιπόν, ο Άγιος Βασίλης συχνάζει στο Μοναστηράκι, καβαλάει πόνι και δείχνει sexy σε μηνιαία περιοδικά. Και αν ο Άγιος Βασίλης αρνείται να μας αποχωριστεί, τότε εμείς γιατί σταματήσαμε να του στέλνουμε γράμματα? Τι άλλαξε από τότε και οι μικρές αλήθειες έγιναν αισχρά ψέματα? Ποιος στ’ αλήθεια, φοβάται τον άγιο Βασίλη?
« Αγαπημένε μου άγιε, φέτος θα ήμουν καλό παιδί αν ο καλύτερος μου φίλος δεν είχε μετακομίσει στο καινούργιο του σπίτι στο Λυκαβηττό και εγώ δε πέθαινα απ’ τη ζήλεια μου. Σίγουρα κάποια κομπίνα κρύβεται πίσω απ’ αυτά τα λεφτά. Θα ήμουν καλό παιδί αν δεν εμφανιζόταν εκείνος ο Παπαγεωργίου να μου απειλήσει τη θέση και εγώ αναγκαστικά να πω ψέματα ότι έκλεβε χρήματα για να τον απολύσουν. Θα ήμουν καλό παιδί αν δε κοιμόμουν εκείνο το βράδυ με την άγνωστη κοκκινομάλλα και τώρα τρέμω μήπως το μάθει η γυναίκα μου. Θα ήμουν καλό παιδί αν προλάβαινα να πάω στη παράσταση της κόρης μου που ξέχασα επειδή με πήρε ο ύπνος…. τέλος σε παρακαλώ φέρε μου ένα αμάξι για να γίνω έστω και στο τέλος του χρόνου ευτυχισμένος!»
Ο Άγιος Βασίλης είναι εδώ και έρχεται πάντα τα μεσάνυχτα. Κάθεται δίπλα σου ενώ εσύ μεθάς γουλιά γουλιά καθισμένος σ’ ένα παράθυρο και με την ανάσα σου θολώνεις το τζάμι. Κάθεται εκεί, με τη μεγάλη κοιλιά του να παραπονιέται από τα ζαχαρωτά αλλά να μη το βάζει κάτω και με το βλέμμα του παππού που λάτρευες και πάντα έτρεχες όταν ήξερες ότι τα σκάτωσες. Είναι η στιγμή που τον κοιτάς και τότε εύχεσαι να είχες απέναντι σου ένα κακό ξωτικό, σαν αυτό που διάβαζες στα παραμύθια για να σε τραβολογήσει σε όλες σου τις αμαρτίες, εύχεσαι να μην είχες απέναντι σου εκείνον που θυμίζει τόσο αγάπη. Και όμως είναι εκείνος. Κρατάει το γράμμα που χρόνια πριν είχες γράψει με άθλια γράμματα και κλαίει. Κλαίει γιατί δε μπόρεσε να μείνει ζωντανός στη καρδιά σου, γιατί δε μπόρεσε να σε πείσει ότι η ζωή είναι αξία να τη ζεις μόνο όταν αγαπάς. Και όταν εκείνος σε ρωτήσει αν ένα αγαθό θα σε κάνει ευτυχισμένο μια ζωή, εσύ κοιτάς το ρολόι που χτυπά μεσάνυχτα. Δώδεκα χτύποι εκκωφαντικοί, που σε αναγκάζουν να νιώσεις όλους εκείνους που θα έβρισκαν ευτυχία, όταν έβρισκαν λύτρωση από μια βασανιστική αρρώστια, όταν μπορούσαν να κοιμηθούν χωρίς τη βροχή να τους μουσκεύει τη πλάτη. Θα έβρισκαν ευτυχία με το γυρισμό στη πατρίδα στην αγκαλιά της γριάς πια μάνας που πάντα τους περιμένει δίπλα στη φωτιά.
Σκέφτεσαι τα παιδιά εκείνα που δε ξέρουν πως είναι να είσαι υγιής και περιμένουν τις ψεύτικες δικές μας μέρες αγάπης που θα θελήσουμε να δείξουμε πόσο ανθρώπινοι είμαστε ρίχνοντας τους ένα βλέμμα συμπόνιας και όχι κατανόησης. Έτσι είμαστε οι άνθρωποι. Σκληροί με τους ξένους, με τους δικούς μας, με εμάς. Και ενώ σφύζεις από υγεία και στο πάνω δωμάτιο κοιμάται η γυναίκα και τα παιδιά σου, και ενώ το μεσημέρι γευμάτισες με όλους όσους ίσως αγαπάς αλλάζοντας δώρα και ευχές, πάντα κάτι σου λείπει και ντρέπεσαι γι’ αυτό. Και τότε είναι η στιγμή που Εκείνος πρέπει να φύγει χωρίς να έχει τίποτα να σου αφήσει πια, μιας και ο σάκος του είναι μικρός για τα μεγάλα που φαντάστηκες και μεγάλος γι’ αυτά που δεν αντέχεις. Και ενώ ετοιμάζεται να σφηνώσει στην καμινάδα από όπου και εμφανίστηκε, σου θυμίζει ότι ο χρόνος περνά και ποτέ δε ξέρεις μέχρι πότε μπορείς να επανορθώσεις.
Με αγάπη Xrisa-fi
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου